Από τον Πέρσιβαλ:
Wind, Talk to Me (2025)
Η μόνη ταινία που είδα, του αποκαλούμενου <<Φεστιβάλ Πειραματικού κινηματογράφου>>, στην Ταινιοθήκη. Τώρα γιατί έχουν την ανάγκη κάποιοι <<ιθύνοντες>> του κινηματογραφικού και πολιτιστικού κατεστημένου να κατηγοριοποιούν κάποιες ταινίες αποδίδοντας τους την ταμπέλα <<πειραματική>>,είναι κάτι για το οποίο θα αναφερθώ στο τέλος.
Το <<Wind talk to me>> ήταν μια ποιητική παράθεση,ένα ενστικτώδες δημιούργημα,με στοιχεία μπερξονισμού,καθώς η κάμερα στέκεται εκεί,διαισθητική και ασάλευτη,συμπονετική και ενορατική,συμμετέχοντας σε ένα δράμα οριακά βουβό,καθώς αποκαλύπτει έναν απ΄τους βαθύτερους συναισθηματικούς δεσμούς του ανθρώπου:την σχέση με την μητέρα του.Εκείνη είναι άρρωστη,αποφασίζει να βρεθεί στο σπίτι της,κάπου χαμένο μέσα στο δάσος και ο σκηνοθέτης και γιος της, Στέφαν Τζόρτζεβιτς,παίρνει μια κάμερα στα χέρια του,θαρραλέα-πράξη στις μέρες μας-και αφήνει δίχως εκβιασμούς και <<πρωτοποριακές>> υστερίες να εισχωρήσουν στο κάδρο του,με ανεπιτήδευτο παλμό,σαν τον άνεμο,η οικογένεια του.
Δεν καταλαβαίνεις πότε προκύπτει η εισχώρηση τους στο κάδρο καθώς μέσα σε μια ποιητική γεωμετρία,πάλλονται σαν ένα γλυκό αεράκι του Απρίλη,που μας φιλάει στο μάγουλο,σηκώνοντας μας από την θέση μας,για τα πιο ανεξερεύνητα όνειρα.Σαν εκείνα της μητέρας του όταν αποφάσισε να βρει θεραπεία σε έναν δικό της παράδεισο ή όπως του ίδιου του γιού της,που έκανε τέχνη την ανακατασκευή του.
Εν τω μεταξύ οι πιο γνωστοί κριτικοί της εποχής μας,δυστυχώς για αυτούς και για αυτούς που τους διαβάζουν,ακολουθούν τις περισσότερες φορές κατευθύνσεις όπου στην προσπάθεια τους να περιγράψουν την ταινία,πέφτουν στην παγίδα μιας ακαδημαϊκής ανάλυσης κενής περιεχομένου,αθύρματα,ως πανταχού παρόντες διαμεσολαβητές ακόμα και του σινεφίλ κοινού,της box office λογικής,χωρίς ουσιαστική κριτική σκέψη μα με στείρο ακαδημαϊσμό.Γράφω δηλαδή πανέμορφες λέξεις, τελειοποιημένα κεντυμένες σε ένα άρτιο συντακτικό σύνολο με ακόμα αρτιότερη την περίληψη της κριτικής,και στο τέλος προσπαθώ να σωθώ από τους ελιτίστικους ψυχαναγκασμούς μου,ρίχνοντας μια ματιά στις χαμηλού επιπέδου μα πανάκριβες παραγωγές που επικρατούν στην εγχώρια κινηματογραφική βιομηχανία.Κολλάω και αστεράκια(άλλη αθλιότητα αυτή) και είμαι ένας επαγγελματίας κριτικός.
Συμβιβασμένοι,εφησυχασμένοι, καταρτησμένοι και εγκλωβισμένοι στην ταινία.
Μα οι ιδέες κυκλοφορούν μέσα στο χώμα και κάποια στιγμή αν βρεθούν άνθρωποι να τις ποτίσουν, θα φυτρώσουν σαν όμορφοι κρίνοι ανάμεσα στις τσουκνίδες.
Μα για να παραμείνω στην ταινία θα συνεχίσω:η ταινία ήταν μια ειλικρινής (αυτό)σκηνοθεσία,βαθιά συγκινητική,σε καιρούς που η (αυτό)σκηνοθεσία των περισσότερων,στην καθημερινή τους ζωή,είναι γελοία και ρηχή.
Όταν δε σηκώθηκε ο σκηνοθέτης να μιλήσει(σε μια άδεια σχεδόν αίθουσα) παρατηρούσα τα νοσταλγικά του μάτια,ατάραχα μετά την καταιγίδα.Όπως ατάραχος,έλεγε ο μεγάλος Ταρκόφσκι,πρέπει να είναι ο καλλιτέχνης την ώρα της δημιουργίας,αλλά ίσως και μετά,όταν πλέον έχει ολοκληρώσει το έργο του.
Στεκόταν εκεί με βλέμμα καθαρό,λιγάκι μελαγχολικό μπροστά σε μια άδεια αίθουσα,10-20 ανθρώπων. Απ’έξω, στην Ιερά Οδό βέβαια, στα τριτοτέταρτης κατηγορίας μαγαζιά της,μια κοινωνία μαζική,αντιαισθητική,και μέσα λίγοι που αγκαλιάζουν την αληθινή τέχνη.Γιατί όμως τώρα,οι κάθε <<λογής>>ιθύνοντες αποφασίζουν να αποκαλούν <<Πειραματικό>> ένα φεστιβάλ;
Όταν έχεις την ανάγκη ως διοργανωτής,να αποκαλέσεις κάτι πειραματικό,αυτομάτως έχεις δημιουργήσει την φόρμα,δεν ανακαλύπτεις την φόρμα,γιατί απλούστατα δεν εισαι ο καλλιτέχνης.
Και έτσι με την μυωπική πρωτοποριακή τους διάθεση,συρρικνώνουν ακόμη περισσότερο την κινηματογραφική τέχνη,αποκόβωντας την από την κοινωνία.Βέβαια η κριτική πρέπει να κατευθύνεται και προς το θύμα,το άκρως καταναλωτικό,υπνωτισμένο και με επιθυμίες που με τη βία,μια νύχτα,δίχως να το καταλάβει,του τις χωρέσανε σε έναν άσχημο εφιάλτη.
Απ΄τη μία,πρωτοπορία σε αφίσα,απ΄την άλλη μια κοινωνία πολύ μακριά από την αληθινή έννοια της η οποία σημαίνει:εμπιστεύομαι το βλέμμα μου την ώρα που η κάμερα γίνεται ένα πινέλο,που κινείται στα τυφλά,με μόνο οδηγό το καλλιτεχνικό ένστικτο του σκηνοθέτη, ο οποίος πρέπει να είναι ο μόνος που έχει τον τελικό λόγο,ακόμα και αν χρειαστεί να καταργήσει οποιοδήποτε ντεκουπάζ.Διότι το ντεκουπάζ αποτελεί μια εκ των προτέρων ανάγκη να σκηνοθετήσεις ένα σενάριο πριν βρεθείς με τα αληθινά σου εργαλεία.Ζωγράφιζε άραγε ο Πικάσο στο μυαλό του ακριβώς όπως την ώρα που έπιανε τα υλικά του;
Αυτά λοιπόν για αρχή,ο κινηματογράφος σε άλλη μια δοκιμασία!



Απάντηση